πειραχτήρι

Μεταφράσεις

πειραχτήρι

(pira'xtiri)
ουσιαστικό ουδέτερο
που έχει την τάση να πειράζει τους άλλους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close