πεισματάρης

(προωθήθηκε από πεισματάρα)
Μεταφράσεις

πεισματάρης

(pizma'taris) αρσενικό

πεισματάρα

(pizma'tara) θηλυκό

πεισματάρικο

stubborn, mulish, obstinateعَنِيدtvrdohlavýstædigsturtestarudoitsepäinentêtutvrdoglavostinato頑固な고집 센koppigstaupartyteimosoупрямыйenvisดื้อinatçıbướng bỉnh顽固的 (pizma'tariko) ουδέτερο
επίθετο
1. αμετακίνητος στη γνώμη του Δε θα αλλάξει γνώμη, είναι πεισματάρης.
2. που κάνει πολλά καπρίτσια πεισματάρικο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close