πεισματάρικος

Μεταφράσεις

πεισματάρικος

عَنِيدٌ

πεισματάρικος

umíněný

πεισματάρικος

stædig

πεισματάρικος

hartnäckig

πεισματάρικος

obstinate

πεισματάρικος

obstinado

πεισματάρικος

itsepäinen

πεισματάρικος

obstiné

πεισματάρικος

tvrdoglav

πεισματάρικος

ostinato

πεισματάρικος

頑固な

πεισματάρικος

완고한

πεισματάρικος

halsstarrig

πεισματάρικος

hardnakket

πεισματάρικος

uparty

πεισματάρικος

obstinado

πεισματάρικος

упрямый

πεισματάρικος

envis

πεισματάρικος

ดื้อดึง

πεισματάρικος

inatçı

πεισματάρικος

ngoan cố

πεισματάρικος

倔强的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close