πεισμώνω

(προωθήθηκε από πεισματώνω)
Μεταφράσεις

πεισμώνω

(pi'zmono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αντιδράω σε κτ δείχνοντας πείσμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close