πειστικός

(προωθήθηκε από πειστική)
Μεταφράσεις

πειστικός

(pisti'kos) αρσενικό

πειστική

(pisti'ci) θηλυκό

πειστικό

crédible, convaincant, persuasifconvincing, conclusive, persuasiveمُقْنِع, مُقْنِعٌpřesvědčivýoverbevisendeüberzeugendconvincente, persuasivovakuuttavauvjerljivconvincente説得力のある설득력 있는overtuigendoverbevisende, overtalendeprzekonującyconvincente, persuasivoубедительныйövertygandeซึ่งโน้มน้าว, ซึ่งชักจูงได้ikna edici, inandırıcıcó sức thuyết phục令人信服的, 善说服的, 令人信服令人信服 (pisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την ικανότητα να πείθει ένα πειστικό επιχείρημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close