πελεκώ

Μεταφράσεις

πελεκώ

ĉarpenti

πελεκώ

charpenter, tailler

πελεκώ

hew, slaughter, hack

πελεκώ

يُقَطِّع

πελεκώ

rozsekat

πελεκώ

hakke

πελεκώ

zerhacken

πελεκώ

piratear

πελεκώ

silpoa

πελεκώ

sjeći

πελεκώ

たたき切る

πελεκώ

마구 자르다

πελεκώ

hakken

πελεκώ

hacke

πελεκώ

porąbać

πελεκώ

talhar

πελεκώ

рубить

πελεκώ

hacka

πελεκώ

ฟัน

πελεκώ

doğramak

πελεκώ

chặt mạnh

πελεκώ

Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close