πενθώ

Μεταφράσεις

πενθώ

grieve, mournTrauernsörjerbegræde悼念llorar悼念애도להתאבל (pen'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι σε περίοδο πένθους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close