πενιχρός

(προωθήθηκε από πενιχρό)
Μεταφράσεις

πενιχρός

(peni'xros) αρσενικό

πενιχρή

(peni'xri) θηλυκό

πενιχρό

meager, poor, wretched (peni'xro) ουδέτερο
επίθετο
πολύ μικρός, λίγος πενιχρό εισόδημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close