πεπεισμένος

(προωθήθηκε από πεπεισμένο)
Μεταφράσεις

πεπεισμένος

(pepi'zmenos) αρσενικό

πεπεισμένη

(pepi'zmeni) θηλυκό

πεπεισμένο

convincedconvaincu相信convinto확신convencido相信確信overtuigdמשוכנע (pepi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει πειστεί για κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close