πεποίθηση

Μεταφράσεις

πεποίθηση

Ansicht, Ueberzeugung, Glaubebelief, convictioncroyance, convictionاِعْتِقَادvíratrocreenciauskomusvjerovanjefede信頼믿음gelooftroprzekonaniecrençaвераövertygelseความเชื่อมั่นinançlòng tin信念 (pe'piθisi)
ουσιαστικό θηλυκό
αυτό που πιστεύει κν έχω την πεποίθηση ότι ακράδαντη πεποίθηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close