πεπτικός

(προωθήθηκε από πεπτική)
Μεταφράσεις

πεπτικός

(pepti'kos) αρσενικό

πεπτική

(pepti'ci) θηλυκό

πεπτικό

digestive, alimentarydigestif (pepti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με την πέψη o πεπτικός σωλήνας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close