περίεργος

(προωθήθηκε από περίεργη)
Μεταφράσεις

περίεργος

(pe'rierɣos) αρσενικό

περίεργη

(pe'rierʝi) θηλυκό

περίεργο

curious, strange, funnycurieux, étrangeمُحِبٌّ لِلاسْتِطْلاعzvědavýnysgerrigneugierigcuriosouteliasznatiželjancurioso知りたがる호기심이 강한nieuwsgierignysgjerrigciekawycuriosoлюбопытныйnyfikenอยากรู้อยากเห็นmeraklıtò mò好奇的 (pe'rierɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. γεμάτος περιέργεια είμαι περίεργος να μάθω
2. αδιάκριτος Μην είσαι περίεργος!
3. παράξενος Περίεργος άνθρωπος! Περίεργο! Δεν ήρθε ακόμη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close