περίφημος

(προωθήθηκε από περίφημο)
Μεταφράσεις

περίφημος

(pe'rifimos) αρσενικό

περίφημη

(pe'rifimi) θηλυκό

περίφημο

مـُمْتَازpěknýfinausgezeichnetfine, famousbuenohienobonlijepbello見事な좋은mooifinświetnyagradável, bomочень хорошийbraดีgüzeltốt优良的, 著名המפורסם著名 (pe'rifimo) ουδέτερο
επίθετο
1. σπουδαίος, φημισμένος Eίναι περίφημος γιατρός.
2. εξαιρετικός περίφημο κρασί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close