περαστικός

Μεταφράσεις

περαστικός

(perasti'kos) αρσενικό

περαστική

(perasti'ci) θηλυκό

περαστικό

(perasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που περνάει από κάπου Είμαι περαστικός, δε θα μείνω.
2. που περνάει, δεν είναι μόνιμο περαστική αρρώστια
ευχή σε άρρωστο

περαστικός

αρσενικό

περαστική

badaud, passagerpasserby, passing θηλυκό
ουσιαστικό
άγνωστος, τυχαίος Ένας περαστικός με βοήθησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close