περιβάλλω

Μεταφράσεις

περιβάλλω

environner, encerclerيُحيطُobklopitomgiveumgebensurroundrodearympäröidäokružiticircondare囲む둘러싸다omringenomringeotoczyćcircundarокружатьomringaล้อมรอบçevreleyenvây quanh围绕 (peri'valo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βρίσκομαι γύρω από ο κόσμος που μας περιβάλλει Ένα μυστήριο τον περιβάλλει.
2. συμπεριφέρομαι Περιβάλλει τη γυναίκα του με πολλή αγάπη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close