περιγελώ

Μεταφράσεις

περιγελώ

deride, mock, scoff (periʝe'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κοροϊδεύω, γελοιοποιώ Όλοι τον περιγελούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close