περιεκτικός

Μεταφράσεις

περιεκτικός

(periekti'kos) αρσενικό

περιεκτική

(periekti'ci) θηλυκό

περιεκτικό

compact, comprehensive, succinct, inclusiveبـِمَا فِيهِvčetněinklusiveinklusiveinclusivejonkin sisältävätout comprisuključivcompreso含めて포괄적인inclusiefiberegnetobejmującyinclusivo, abrangenteвключающийinberäknadรวมทุกอย่างkapsamlıbao gồm包含的, 综合цялостна綜合מקיף (periekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. πλήρης περιεκτική τροφή
2. ουσιαστικός, μεστός Ο λόγος του είναι περιεκτικός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close