περιεκτικότητα

Μεταφράσεις

περιεκτικότητα

contentcontenuinhoudเนื้อหา內容内容содержаниеcontenidoinnehållconteúdoobsahInhaltתוכןمحتوىindholdсъдържаниеcontenuto (periekti'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. περιεχόμενο, χωρητικότητα η περιεκτικότητα του τυριού σε λίπος
2. ουσιαστικό περιεχόμενο η περιεκτικότητα του λόγου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close