περιθάλπω

Μεταφράσεις

περιθάλπω

(peri'θalpo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φροντίζω άρρωστο ή ηλικιωμένο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close