περικοπή

Μεταφράσεις

περικοπή

اِقْتِبَاس, تَقْلِيلcitát, sníženícitat, nedskæringKürzung, Zitatcutback, quotationcita, recortelainaus, vähentäminencitation, réductioncitat, smanjenjecitazione, taglio引用文, 縮小삭감, 인용문bezuiniging, citaatnedskjæring, sitatcytat, przycięciecitação, reduçãoпонижение, цитатаcitat, nedskärningการลดจำนวนลง, ข้อความอ้างอิงalıntı, azaltmađoạn trích dẫn, sự cắt giảm削减, 引语 (periko'pi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μείωση η περικοπή μισθού
2. τμήμα περικοπή κειμένου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close