περιοδικότητα

Μεταφράσεις

περιοδικότητα

périodicité (perioði'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
η επανάληψη φαινομένου κατά τακτά διαστήματα περιοδικότητα έκδοσης
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close