περιορίζω

Μεταφράσεις

περιορίζω

restrict, confine, limit, inhibit, reducelimigilimiter, restreindreيُقَيِّدُomezitbegrænseeinschränkenrestringirrajoittaaograničitilimitare制限する제한하다beperkenbegrenseograniczyćrestringirограничиватьbegränsaจำกัดsınırlamakhạn chế限制 (perio'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μειώνω περιορίζω τα έξοδα περιορίζω τις εξόδους
2. κλείνω, συγκεντρώνω περιορίζω κπκτ σε ένα χώρο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close