περιορισμένος

(προωθήθηκε από περιορισμένη)
Μεταφράσεις

περιορισμένος

(periori'zmenos) αρσενικό

περιορισμένη

(periori'smeni) θηλυκό

περιορισμένο

limited, finitelimitéمحدودةограниченныйמוגבל有限begränsadจำกัดbegrænset有限ограничен (periori'smeno) ουδέτερο
επίθετο
1. λίγος Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος.
2. στενός περιορισμένος κύκλος φίλων
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close