περιορισμός

Μεταφράσεις

περιορισμός

restriction, limitation (periori'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. μείωση βάζω περιορισμό σε κτ
2. έλεγχος o περιορισμός κινήσεων o περιορισμός χρόνου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close