περιουσιακός

(προωθήθηκε από περιουσιακή)
Μεταφράσεις

περιουσιακός

(periusia'kos) αρσενικό

περιουσιακή

(periusia'ci) θηλυκό

περιουσιακό

(periusia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με περιουσία τα περιουσιακά στοιχεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close