περιπλέκω

Μεταφράσεις

περιπλέκω

complicate, embroil (peri'pleko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μπερδεύω Η αρρώστια του περιπλέκει την κατάσταση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close