περισπασμός

Μεταφράσεις

περισπασμός

(perispa'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
διακοπή, ενόχληση Έκανα τη δουλειά μου χωρίς περισπασμό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close