περιστασιακά

Μεταφράσεις

περιστασιακά

مِن وَقْتٍ لِآخَرٍ

περιστασιακά

příležitostně

περιστασιακά

lejlighedsvis

περιστασιακά

gelegentlich

περιστασιακά

occasionally

περιστασιακά

de vez en cuando

περιστασιακά

silloin tällöin

περιστασιακά

occasionnellement

περιστασιακά

povremeno

περιστασιακά

saltuariamente

περιστασιακά

時折

περιστασιακά

때때로

περιστασιακά

af en toe

περιστασιακά

nå og da

περιστασιακά

od czasu do czasu

περιστασιακά

de vez em quando

περιστασιακά

случайно

περιστασιακά

ibland

περιστασιακά

บางครั้งบางคราว

περιστασιακά

arada sırada

περιστασιακά

đôi khi

περιστασιακά

偶尔
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close