περιτριγυρίζω

Μεταφράσεις

περιτριγυρίζω

(peritriʝi'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. περιβάλλω Τους περιτριγύρισαν οι αστυνομικοί.
2. προσπαθώ να πλησιάσω H γρίπη με περιτριγυρίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close