περιττός

Μεταφράσεις

περιττός

(peri'tos) αρσενικό

περιττή

(peri'ti) θηλυκό

περιττό

unnecessary, odd, redundant, dispensable, superfluousnenecesaغَيْرُ ضَرُورِيّzbytečnýunødvendigunnötiginnecesariotarpeetoninutilenepotrebaninutile不必要な불필요한onnodigunødvendigniepotrzebnydesnecessário, ímparизлишнийonödigไม่จำเป็นgereksizkhông cần thiết不必要的 (peri'to) ουδέτερο
επίθετο
που δε χρησιμεύει, που περισσεύει περιττός χώρος περιττά κιλά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close