περιφραγμένος

Μεταφράσεις

περιφραγμένος

(perifraɣ'menos) αρσενικό

περιφραγμένη

(perifraɣ'meni) θηλυκό

περιφραγμένο

cerradozamknięteuzavřenýenclosedeingeschlossen (perifraɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
κλεισμένος με φράκτη περιφραγμένη αυλή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close