περιφρονητικός

(προωθήθηκε από περιφρονητικό)
Μεταφράσεις

περιφρονητικός

(perifroniti'kos) αρσενικό

περιφρονητική

(perifroniti'ci) θηλυκό

περιφρονητικό

scornful, condescending, contemptuous, disdainful (perifroniti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που φανερώνει περιφρόνηση περιφρονητικό βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close