περνάω

Μεταφράσεις

περνάω

(per'nao)

περνώ

(per'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ζω περνάω καλές στιγμές
2. διασχίζω περνάω το δρόμο
3. πετυχαίνω σε εξετάσεις περνάω μάθημα
4. υποβάλλω περνάω κτ από έλεγχο
5. ξεπερνάω Το θερμόμετρο πέρασε τους 39 βαθμούς. Τους πέρασες όλους. περνάω αυτοκίνητο
6. θεωρώ Σε πέρασα για μια φίλη μου. Για ποιον με πέρασες;

περνάω

يَرْكُضُ, يَنْجَحُ فِي إِمْتِحَانٍsložit, véstbestå, kørebestehen, laufenpass, runaprobar, correr, hacer funcionarjuosta, läpäistäaller, réussirići, položitidirigere, superare合格する, 走る이어지다, 합격하다lopen door, slagenbestå, løpebiec, zdać egzamindirigir, passarсдать (экзамен), тянутьсяbli godkänd, springaตัดผ่าน, สอบผ่าน สอบไล่ได้geçmek, içinden geçmekchạy theo đường, thi đỗ考试及格,
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πηγαίνω από ένα μέρος σε άλλο Πέρασε το λεωφορείο. Θα περάσω στις 11.
2. μπαίνω Περάστε στο σαλόνι.
3. εισάγομαι περνάω στο πανεπιστήμιο
4. πετυχαίνω περνάω στις εξετάσεις
5. έρχομαι και φεύγω ο καιρός περνάει
6. απομακρύνομαι, φεύγω Πέρασε ο πόνος.
7. θέτω σε ισχύ Αυτός ο νόμος Αυτή η αδικία δε θα περάσει.
8. υποβάλλομαι περνάω από εξετάσεις
9. θεωρούμαι περνάω για έξυπνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close