πετάγομαι

Μεταφράσεις

πετάγομαι

(pe'taɣome)

πετιέμαι

(pe'tçeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. τινάζομαι Πετάχτηκε από το κρεβάτι του.
2. εμφανίζομαι ξαφνικά Ένας σκύλος πετάχτηκε μπροστά μου.
3. πηγαίνω κάπου για λίγη ώρα Πετάγομαι στα μαγαζιά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close