πετάω

Μεταφράσεις

πετάω

(pe'tao)

πετώ

(pe'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. προχωράω στον αέρα το αεροπλάνο πετάει
2. ταξιδεύω με αεροπλάνο Πετάω την Τρίτη.

πετάω


ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω πετάω τη μπάλα
2. απαλλάσσομαι πετάω κτ στα σκουπίδια
3. σκορπίζω πετάω τα λεφτά μου
4. αφήνω να φύγει πετάω χαρταετό
5. διώχνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close