πετρέλαιο

Μεταφράσεις

πετρέλαιο

oil, petroleumpetrolopétrolepetróleopetróleoolieน้ำมันolejolejالنفطнефтьoljaשמןolieÖlolio (pe'treleo)
ουσιαστικό ουδέτερο
καύσιμη ύλη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close