πετρώνω

Μεταφράσεις

πετρώνω

(pe'trono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
στέκομαι τελείως ακίνητος Πέτρωσα από το φόβο μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close