πετυχαίνω

Μεταφράσεις

πετυχαίνω

(peti'çeno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σημαδεύω καλά πετυχαίνω το στόχο πετυχαίνω γκολ
2. συναντάω Τoν πέτυχα στο δρόμο.

πετυχαίνω

succeedréussirيَنْجَحُuspětlykkeserfolgreich seinconseguironnistuauspjetiriuscire成功する성공하다slagenlykkesnastąpićconseguir, ter sucessoпреуспеватьlyckasประสบความสำเร็จbaşarmakthành công成功
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω επιτυχία Η πρώτη φάση του σχεδίου πέτυχε.
2. τα καταφέρνω πετυχαίνω στις εξετάσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close