πηγάζω

Μεταφράσεις

πηγάζω

(pi'ɣazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για νερό) βγαίνω από Από πού πηγάζει το ποτάμι;
2. μεταφορικά προέρχομαι Η δύναμή του πηγάζει από την πίστη του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close