πηγαίος

(προωθήθηκε από πηγαία)
Μεταφράσεις

πηγαίος

(pi'ʝeos) αρσενικό

πηγαία

(pi'ʝea) θηλυκό

πηγαίο

sourcefonteизточникsourcelähdeמקורfuenteKällaисточникkildezdrojbronQuelle (pi'ʝeo) ουδέτερο
επίθετο
αυθόρμητος πηγαίο χιούμορ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close