πηγαίνω

Μεταφράσεις

πηγαίνω

(pi'ʝeno)

πάω

('pao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. προχωράω πηγαίνω γρήγορα πηγαίνω ευθεία
(για ρολόι) προχωράω ή καθυστερώ
2. αλλάζω τόπο Θα πάω στο Παρίσι.
3. φεύγω Πάμε; Είναι αργά.
άντε, φύγε
4. μεταφορικά βαδίζω προς πηγαίνω προς την καταστροφή
Τι κάνεις;
5. παραλίγο Πήγα να πνιγώ.
6. εξαφανίζομαι Πάνε τα χρήματα!
7. ταιριάζω Σου πάει το κόκκινο.
8. (για ρολόι) λειτουργώ Το ρολόι πάει σωστά.λάθος.

πηγαίνω

jít, dostat sefare, gå, komme, tagegehen, fahren, erreichengo, drive, fare, ride, travel, wend, getir, encontrarse, llegarmennä, ajaa, voida, saapuaaller, arriverजानाelmegy, érez, megy, utazikandare, camminare, giungere行く, 着くgaan, lopen, rijden, varen, verlopen, komen, kjøre, dra, kommeiść, jechać, pojechać, dotrzeć (na miejsce), pójśćir, andar, caminhar, estar, passar, rodar, viajar, chegarmergeидти, ехать, поехать, пойти, прибытьåka, fara, gå, kommagitmek, varmakيَذْهَبُ, يَصِلُdoći, ići가다, 도착하다ไป เคลื่อนไป ออกไป, มาถึงđến, đi到达, Отивам
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μεταφέρω Να πας το ποδήλατο έξω.
2. συνοδεύω, οδηγώ πηγαίνω κπ στο σπίτι του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close