πηγεμός

Μεταφράσεις

πηγεμός

(piʝe'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
το να πηγαίνει κν κάπου στον πηγεμό και στον γυρισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close