πηδάω

Μεταφράσεις

πηδάω

(pi'ðao)

πηδώ

(pi'ðo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. περνάω πάνω από πηδάω το φράχτη
2. μεταφορικά ξεχνάω πηδάω γραμμή

πηδάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δίνω ένα πήδημα πηδάω απ' το παράθυρο
2. χοροπηδάω πηδάω απ' τη χαρά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close