πιάνω

Μεταφράσεις

πιάνω

erfassen, fangencatch, clutch, grasp, grip, nabيـُمْسِكُ بِchytitgribeagarrar, atrapar, pillarsaada kiinni, siepataattraperuhvatitiafferrare, prendere・・・を捕る, つかまえる...을 잡다, 잡다vangenfå tak i, fangełapać, złapaćapanhar, pegarловить, пойматьfångaจับ, จับได้ ฉวยจับyakalamakbắt, chộp lấy抓住 ('pçano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κρατάω πιάνω το μολύβι
2. αγγίζω Μην πιάνεις τα χώματα.
3. αρπάζω Την έπιασε απ' το πόδι.
4. μαγκώνω πιάνω το χέρι μου κάπου
5. μαζεύω πιάνω τα μαλλιά μου
6. συλλαμβάνω Τον έπιασε η αστυνομία.
7. καταλαμβάνω, καλύπτω Έπιασαν όλες τις θέσεις.
8. καταλαβαίνω πιάνω το νόημα
9. ριζώνω Το δέντρο έπιασε.
10. ξεσπάω πιάνω φωτιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close