πιέζομαι

Μεταφράσεις

πιέζομαι

(pi'ezome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. καταβάλλω προσπάθεια Πιέστηκα να μην του απαντήσω.
2. βιάζομαι Πιέζομαι, δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close