πιέζω

Μεταφράσεις

πιέζω

drückenpress, push, pressure, squeezeappuyer, presserpremereيَضْغَطstisknoutpresseapretar, prensapainaapritisnuti押す누르다drukkenpressenacisnąćcomprimir, imprensaдавитьpressaกดbastırmakép压榨, 新闻新聞 (pi'ezo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πατάω πιέζω κουμπίσκανδάλη
2. ζουλάω πιέζω ένα σπυράκι
3. βαραίνω Το μυστικό του με πιέζει.
4. υποχρεώνω Μη με πιέζεις να το κάνω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close