πια

Μεταφράσεις

πια

moreplus (pça)
επίρρημα
1. ήδη Ήταν πια αργά.
2. πλέον Θα σου γίνει πια μάθημα. Τώρα πια, ποιoς μπορεί να έρθει;
3. οριστικά Τέλειωσε πια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close