πιεστικός

(προωθήθηκε από πιεστικό)
Μεταφράσεις

πιεστικός

(piesti'kos) αρσενικό

πιεστική

(piesti'ci) θηλυκό

πιεστικό

coercive (piesti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που ασκεί πίεση πιεστική δουλειά πιεστικός άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close