πικάντικος

(προωθήθηκε από πικάντικη)
Μεταφράσεις

πικάντικος

(pi'kandikos) αρσενικό

πικάντικη

(pi'kandici) θηλυκό

πικάντικο

spicyمُتبَّلٌostrýstærkwürzigcondimentado, especiadovoimakkaasti maustettuépicézačinjenpiccante香辛料を入れた향료를 넣은kruidigkrydretpikantnycondimentadoпряныйkryddstarkที่มีรสจัดbaharatlıcó nêm gia vị香辣的 (pi'kandiko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει έντονη και καυτερή γεύση πικάντικη σάλτσα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close