πικρίζω

Μεταφράσεις

πικρίζω

(pi'krizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω πικρή γεύση Το λάχανο πικρίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close